| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| take advantage of [sth] v expr | (make the most of) | εκμεταλλεύομαι ρ μ |
| | I took advantage of the situation. |
| | Εκμεταλλεύτηκα την κατάσταση. |
| take advantage of [sb/sth] v expr | (exploit) | εκμεταλλεύομαι ρ μ |
| | People who run scams try to take advantage of gullible internet users. |
| | Όσοι κάνουν απάτες προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τους εύπιστους χρήστες του ίντερνετ. |
| take advantage vtr + n | (exploit [sb]) | εκμεταλλεύομαι ρ μ |
| | I know she's very generous, but you shouldn't take advantage! |
| | Ξέρω ότι είναι πολύ γενναιόδωρη, αλλά δεν πρέπει να την εκμεταλλεύεσαι! |
Ο όρος 'take advantage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: